DANIEL ROSEBERRY | 2021

Daniel Roseberry talks to Filep Motwary | Vogue Greece May 2021

 

Μέσα από μια διαδρομή γεμάτη εμπειρίες που τον οδήγησαν στην αυτογνωσία και την επαγγελματική καταξίωση, ο Daniel Roseberry έφτασε από το Τέξας στο Παρίσι για να επιχειρήσει την αναβίωση του οίκου Schiaparelli, όνομα με βαριά κληρονομιά.
Δεν έχουν περάσει ούτε δύο χρόνια από την άφιξη του Daniel Roseberry στον οίκο Elsa Schiaparelli, στο Παρίσι, και τον περασμένο Ιανουάριο το όνομα του Αμερικανού σχεδιαστή συνδέθηκε με τον αέρα αλλαγής που έφερε η ορκωμοσία του 46ου προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Joe Biden, χάρη στο εντυπωσιακό φόρεμα που σχεδίασε για τη Lady Gaga, η οποία εκείνη την ημέρα ερμήνευσε τον εθνικό ύμνο της χώρας. Οι τηλεοπτικοί και ψηφιακοί δέκτες σε όλο τον κόσμο ήταν συντονισμένοι σε αυτή την ιστορική στιγμή, κατά την οποία ο συμβολισμός της ειρήνης και της αισιοδοξίας πήρε μορφή μέσα από το χρυσό περιστέρι-καρφίτσα που ο Roseberry τοποθέτησε στο σημείο της καρδιάς της ποπ τραγουδίστριας.
Αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που κάνει ένα ρούχο πραγματικά ισχυρό και αν αυτό πρέπει να συνδέεται με ένα μεγάλο γεγονός. «Με συγκινεί που σας ακούω να περιγράφετε εκείνη την ημέρα», μου λέει ο σχεδιαστής, για να προσθέσει μετά από μικρή παύση: «Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν θετική και άμεση. Μέσα στα αμέτρητα συγχαρητήρια και τις ευχές για επιτυχία, ένιωσα την ανάγκη να αποστασιοποιηθώ, για να κατανοήσω τι πραγματικά σήμαινε εκείνη η στιγμή για μένα, για την καριέρα και την οικογένειά μου, όπως και για τη χώρα καταγωγής μου και τον λαό της. Ήταν μια εναλλαγή από σύνθετες σκέψεις, απόλυτα συναισθηματικές, τόσο σε εθνικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο. Σαν να ήμασταν από καιρό έτοιμοι να υποδεχτούμε μια μεγάλη αλλαγή, αδημονώντας για κάτι στο οποίο αξίζει να πιστέψουμε», τονίζει.

Μου εκμυστηρεύεται πως έστειλε τα σχέδια του φορέματος στη Lady Gaga την ίδια μέρα που του ζήτησε να συνεργαστούν και πως όλα κύλησαν ομαλά μεταξύ τους. Μου εξηγεί πως «το κόκκινο ύφασμα βάφτηκε στο Παρίσι και συνδέθηκε με το επάνω μέρος, που ήταν φτιαγμένο από κασμίρι. Όλα έγιναν σε πολύ λίγο χρόνο και λειτούργησα εντελώς διαισθητικά, με την πολύτιμη βοήθεια του ατελιέ μας. Είχαμε μόνο οκτώ ημέρες μέχρι την εκδήλωση για να δημιουργήσουμε το φόρεμα και είμαι ευγνώμων γι’ αυτή την ανάθεση. Πραγματικά, δεν θα γινόταν τίποτα χωρίς τα έμπειρα χέρια των ανθρώπων της ομάδας μας. Είναι πολύ σημαντικό για μένα το ότι μπορώ να στηρίζομαι στην πείρα και τη γνώση του οίκου που εκπροσωπώ και να νιώθω προστατευμένος σε στιγμές πίεσης όπως αυτή. Υπάρχει μια ανεμελιά στον τρόπο που λειτουργούμε και θέλω πραγματικά να διατηρήσω αυτόν τον ρυθμό δουλειάς όσο διαρκέσει η θητεία μου. Στον χαρακτήρα μου όσο και σε αυτά που δημιουργώ δεν υπάρχει κανένα στοιχείο κυνισμού».
Πράγματι, κάθε συλλογή Schiaparelli που φέρει την υπογραφή του 33χρονου μοιάζει με ανοιχτή πρόσκληση για επαναπροσδιορισμό της δημιουργίας σε θέματα όπως των φύλων, μέσα από ρευστές οδούς. «Ναι, για μένα ισχύει ακριβώς αυτό. Όντας queer, gay άνδρας, συχνά ξυπνάω το πρωί και σκέφτομαι αν είμαι αρσενικό ή θηλυκό, ανδροπρεπής ή θηλυπρεπής – όχι ως επιλογή ή ρόλο, αλλά περισσότερο ως αίσθηση ή μια σύνδεση, αν θέλετε, και με τις δύο πλευρές. Αυτή η ρευστότητα είναι και η αφορμή που χρειάζομαι για να επικοινωνήσω αυτό που κάνω στον κόσμο».

Ο Daniel γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Τέξας, που κάθε άλλο παρά σχετίζεται με τη μόδα. Η εικόνα που έχει ο περισσότερος κόσμος γι’ αυτό περιλαμβάνει μεγάλες, ανεξερεύνητες εκτάσεις γης, ροντέο και cowboys. Πώς, όμως, γίνεται κανείς μόδιστρος σε έναν από τους ιστορικότερους οίκους; Σίγουρα δεν είναι κάτι απλό. «Είμαι ο μοναδικός Αμερικανός couturier που εργάζεται στο Παρίσι και νιώθω σαν ένας ξένος που παρασύρεται από τον παρορμητισμό του, ενώ διαισθάνομαι πως όλα γίνονται με την άδεια της ίδιας της Elsa, που ανέκαθεν ήταν outsider. Τις προάλλες, η σύζυγος του αδελφού μου μου έστειλε μια φωτογραφία στο Instagram, μιας γυναίκας η οποία είχε εμπνευστεί από την πρόσφατη εμφάνιση της Lady Gaga και έφτιαξε μια αναπαράσταση με βελονάκι. Με ρώτησε αν ποτέ φανταζόμουν τη δουλειά μου σε κεντήματα φτιαγμένα από αγνώστους στην άλλη άκρη της Γης και της απάντησα με απόλυτη ειλικρίνεια “ναι”! Η ανατροφή μου στο Ντάλας, και συγκεκριμένα στη μικρή πόλη Πλάνο, ήταν κάπως συντηρητική», εξομολογείται. «Είμαι γιος και αδελφός ιεροκήρυκα. Πέρασα την παιδική μου ηλικία κοντά στον πατέρα μου, που έκανε κήρυγμα, κάθε Κυριακή την ίδια ώρα, σε μια μεγάλη επισκοπική εκκλησία. Ήταν καταπληκτικός ομιλητής και με προόριζε να ακολουθήσω τον ίδιο δρόμο. Από την πλευρά της μητέρας μου υπήρχε εμφανής κλίση προς τις τέχνες, η οικογένειά της ήταν, ας πούμε, καλλιτεχνική. Η γιαγιά μου ήταν σπουδαία ζωγράφος, όπως και οι γιοι της, και η μητέρα μου καλλιγράφος, προικισμένη με πολλά άλλα ταλέντα. Το σπίτι μας ήταν γεμάτο με τέχνη, υπήρχε μια μοναδική αλχημεία μεταξύ της ιερατικής αντίληψης και στάσης, του καθωσπρεπισμού, της εικονογραφίας, των τελετουργιών της εκκλησιαστικής ζωής και συνάμα όλων αυτών για τα οποία πάλευα μέσα μου, προσπαθώντας να ανακαλύψω τον εαυτό μου. Κάθε χρόνο πήγαινα στη Νέα Υόρκη για να επισκεφτώ τη γιαγιά μου, στο πιο όμορφο σπίτι στο Λονγκ Άιλαντ, για να δω όλα εκείνα τα όμορφα πράγματα που έφτιαχνε. Οι γονείς μου δεν είχαν ποτέ τους χρήματα, και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να νιώθω απογοητευμένος, όμως ήμουν τυχερός αφού, λόγω της ενασχόλησης του πατέρα μου με τα θεία, φοίτησα δωρεάν σε ένα πολύ ακριβό ιδιωτικό σχολείο».

Αυτή η μοναδική ευκαιρία ήταν που τον διαμόρφωσε, αφού περνούσε πολύ χρόνο στην αριστοκρατική πλευρά του Ντάλας μαζί με τους προνομιούχους συμμαθητές του, οι οποίοι του έδειξαν καινούργια ενδιαφέροντα. Λέει πως αυτό που του άνοιξε τα μάτια ήταν ένα ντοκιμαντέρ στο Style Channel για την καριέρα του Michael Kors. «Παρακολουθώντας τη διαδρομή του Kors, βλέποντας τα παρασκήνια και τη γοητεία που εκπέμπει η μόδα, για πρώτη φορά ένιωσα μια ταύτιση, και αυτό μου επέτρεψε να τοποθετήσω τον εαυτό μου, έστω νοητά, μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Ευθύς αμέσως άρχισα να σχεδιάζω και πήρα τη μεγάλη απόφαση να μετακομίσω στη Νέα Υόρκη. Θυμάμαι πως ήμουν τρομοκρατημένος, γιατί προσπαθούσα να συμφιλιώσω δύο κόσμους: τη σεξουαλικότητά μου και τη θρησκευτική μου διαπαιδαγώγηση».

Η απελευθέρωση δεν ήρθε γρήγορα. Τον θυμάμαι στα παρασκήνια του Thom Browne –απ’ όπου ξεκίνησε την καριέρα του και στον οποίο έμεινε δέκα χρόνια– απόλυτα συγκεντρωμένο. Δεν γνώριζα κάτι περισσότερο γι’ αυτόν, παρά μόνο πως ήταν ένα από τα σημαντικά μέλη της ομάδας, εντύπωση που θεμελιώθηκε μετά από καιρό, αφού τον έβλεπα σε κάθε σόου να παρατηρεί και να διορθώνει τα ρούχα σε απευθείας συνεννόηση με τον Browne, λίγο πριν βγουν στην πασαρέλα. Η στάση του σώματός του προδίδει πειθαρχημένη ιδιοσυγκρασία, ενώ η ματιά του εκπέμπει μια αίσθηση ευθύνης και ταυτόχρονα μια ιδιαίτερη ευαισθησία, εύθραυστη σαν πορσελάνη. Αφηγείται πως η απελευθέρωση που τόσο αποζητούσε ήρθε μέσα από την πρώτη συλλογή που παρουσίασε για τη Schiaparelli, το 2019. «Απ’ όταν ήμουν οκτώ χρονών φορούσα στολή – στην εκκλησία, στο σχολείο και έπειτα, στην ενήλικη ζωή μου, στον Thom Browne, το γνωστό κοστούμι από κασμιροφανέλα, όπως όλοι όσοι εργαζόμασταν εκεί. Όταν έφυγα, πέρασε ένα μεγάλο διάστημα που ένιωθα να βουλιάζω σε μια άβυσσο αβεβαιότητας σε σχέση με την καθημερινή ενδυματολογική μου ταυτότητα, που μέχρι τότε ήταν ανύπαρκτη, όπως και την κατεύθυνση που έπρεπε να ακολουθήσω σχεδιαστικά στον καινούργιο ρόλο που είχα αναλάβει. Ήταν ένα καθ’ όλα προσωπικό ταξίδι, ευδιάκριτο μέσα από τις συλλογές μου μέχρι τώρα. Ξεχωρίζω ένα σχόλιο του Tim Blanks για την πρώτη μου κολεξιόν. Είχε πει πως «δεν ήταν τέλεια, όμως ήταν γενναία». Αυτό με οδηγεί μέχρι σήμερα, η ουσία της γενναιότητας».

Σχολιάζουμε μαζί τις αλλαγές στη μόδα την τελευταία δεκαετία και το πώς η αυτοκτονία του Alexander McQueen και η αποκαθήλωση του John Galliano από τον Dior ήταν δύο θάνατοι, ένας κυριολεκτικός και ο άλλος μεταφορικός. Συμφωνεί μαζί μου και συμπληρώνει πως και οι δύο αυτές απώλειες ήταν μια διπλή γροθιά στο στομάχι, γιατί μαζί τους έπαψε να υπάρχει η μεγαλειώδης αντίληψη για το ενδύεσθαι και μαζί πνίγηκε η επιθυμία για την υπερβολή και το spectacle. Αναρωτιέμαι, όταν του ζητήθηκε να αναλάβει τον οίκο Schiaparelli, ποιες ήταν οι πρώτες σκέψεις και ποιες οι προσδοκίες του. «Όταν δέχτηκα την πρόταση, ήταν Δεκέμβρης και βρισκόμουν στον χώρο εργασίας που διατηρώ στην Τσαϊνατάουν στο Μανχάταν – αυτό ήταν και το θέμα της πρώτης μου συλλογής, μέσα από ένα ειδικά στημένο mise-en-scene, μια υποθετική εκδοχή για το πώς θα μπορούσε το συγκεκριμένο brand να συμβαδίζει με την εποχή μας. Πιστεύω πως αυτό ακριβώς αναζητούσε η εταιρεία, κάποιον που να κατανοεί το ήθος πίσω από την επωνυμία, χωρίς να μελετά εμμονικά τους αρχικούς της κώδικες ή να συμβουλεύεται το αρχείο. Φυσικά, δεν ήταν η πραγματικότητα που συνάντησα φτάνοντας εκεί».

Παρατηρώντας με μεγάλο ενδιαφέρον τη νέα διάσταση που έδωσε ο Daniel Roseberry στη Schiaparelli, τη σημασία που δίνει στη διακόσμηση των ρούχων αλλά και τη δημιουργία εκπληκτικών αξεσουάρ, είναι ξεκάθαρο πως βρίσκεται στον ίδιο δρόμο με τη θρυλική δημιουργό, σχεδόν 100 χρόνια αργότερα. Κι ενώ ο σουρεαλισμός της εποχής παραμένει επίκαιρος όσο βιώνουμε την απόλυτη βαρεμάρα κλεισμένοι στα σπίτια μας, καθισμένοι για ώρες μπροστά σε οθόνες υπολογιστών που ταλαιπωρούν τα μάτια μας, ο Roseberry μας υπενθυμίζει τις πραγματικές ρίζες του, υπογραμμίζοντας ευφάνταστα τους λόγους για τους οποίους λατρεύουμε τη μόδα, πρωτίστως επειδή είναι η μόνη διέξοδος από τη μιζέρια. «Ήταν για μένα ζωτικής σημασίας να με αφήσουν ελεύθερο να κατανοήσω τη γλώσσα του οίκου μόνος μου. Η προηγούμενη δημιουργική ηγεσία επικεντρώθηκε στην αναπαράσταση των κωδικών και της εικόνας του παρελθόντος. Για κάποιους ίσως αυτό να είναι συναρπαστικό, όμως πραγματικά ένιωθα πως η Elsa δεν θα με ήθελε να δημιουργώ για ένα κοινό που εξιτάρεται από κεντημένα πρόσωπα πάνω σε σακάκια και κοκτέιλ φορέματα. Ο Diego Della Valle, ιδιοκτήτης της εταιρείας, συνεχίζει να λέει για τη Schiaparelli πως είναι το τελευταίο όνειρο της μόδας, και εγώ ήρθα εδώ για να κρατήσω αυτό το όνειρο ζωντανό.
»Είμαστε το κόσμημα μιας βιομηχανίας δισεκατομμυρίων και τώρα, περισσότερο από ποτέ, υπάρχει η ανάγκη διατήρησης των αξιών της και μια ώθηση προς το μέλλον. Αυτό που συνέβη με τη Lady Gaga ήταν ό,τι χρειαζόμασταν ως οίκος. Τώρα μας γνωρίζει ακόμα περισσότερος κόσμος, άνθρωποι που υπό άλλες συνθήκες δεν θα μιλούσαν ποτέ για μας».

H Elsa Schiaparelli ήταν ιδιαίτερα γνωστή για τις συνεργασίες της με τους σουρεαλιστές της δεκαετίας του 1930 – Salvador Dalí, Jean Cocteau, Man Ray. Αυτό που οι περισσότεροι αγνοούν είναι οι εξαίρετες ικανότητες που είχε στη δημιουργία αισθησιακών βραδινών ενδυμάτων, ρούχων πολύ κοντά στο σώμα, εμπνευσμένων από τα έργα τέχνης του κινήματος. Ο ανθρώπινος σκελετός, το δέρμα σε αποσύνθεση, τα μαλακόστρακα, το τρίτο μάτι ήταν μερικά από τα θέματα από τα οποία εμπνεόταν. Το φούξια (shocking pink) ήταν το αγαπημένο της χρώμα, ενώ έτρεφε αδυναμία στα αξεσουάρ, όπως τα καπέλα και τα γάντια, αλλά και στα απροσδόκητα και υπερμεγέθη κοσμήματα. Επηρεασμένη από το ρεύμα της εποχής, που συχνά ήθελε τα χέρια να αποτελούν κεντρικό θέμα σε ταινίες, φωτογραφίες και κολάζ, όπως αυτά των Claude Cahun και Marcel Moore, μέσα από τη δουλειά της Schiaparelli αποθεώθηκαν. Τα μάτια, η μύτη, τα χείλη και τα δάχτυλα ήταν θεματικές εμμονές τόσο για τον Dalí όσο και για την Ιταλίδα σχεδιάστρια, ενώ κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας συνεργασίας τους πειραματίστηκαν δημιουργώντας πολλά ευφάνταστα στολίδια για όλο το σώμα.
Ρωτώ τον Daniel Roseberry για τις εντυπώσεις του από την πρώτη φορά που, επιτέλους, επισκέφτηκε το πλούσιο, υπεράνω κάθε φαντασίας αρχείο του οίκου. «Αυτό που πρόσεξα είναι πως τα ρούχα έδειχναν να παίρνουν μορφή σταδιακά, κάτι που βασίζω στο γεγονός ότι οι ραφές τους είναι κάπως αυθόρμητες και πολλές φορές υπάρχει ασάφεια και ασυμμετρία στη μέθοδο που ακολουθήθηκε μέχρι την ολοκλήρωσή τους. Αυτό τοποθετεί τη δημιουργό σε ένα πλαίσιο διαφορετικό από άλλες συναδέλφους της, στο οποίο πρωτοστατεί η διαίσθηση παρά η ακρίβεια στον τρόπο που ενώνονταν και ράβονταν τα ενδύματα. Κάπως έτσι ένιωσα οικειότητα με την Elsa και τη δουλειά της. Είχε μια παράξενη εμμονή με τις εντάσεις των χρωμάτων, που κατέληγε σχεδόν σε σαρκασμό. Ήταν ιδιοφυΐα».

Ο σουρεαλισμός είναι τελικά μια έννοια που αντηχεί στο διηνεκές; Αναπτύσσεται ή είναι κάτι στατικό και ποια η σημασία του σήμερα; «Πιστεύω πως η έννοια του σώματος είναι αξία αμετάβλητη και η ιδέα του εκτοπισμού του, που είναι πραγματικά μια στάση που προέρχεται από τον σουρεαλισμό, είναι απόλυτα σχετική με την περίοδο που βιώνουμε. Δεν προσπαθώ να ανακτήσω μια εικονική γλώσσα που ανήκει στο παρελθόν και κάποια στιγμή έφτασε σε τέλμα. Ο σουρεαλισμός είναι μια κατάσταση που μας δίνει το δικαίωμα του επαναπροσδιορισμού. Νομίζω ότι ανά πάσα στιγμή οι άνθρωποι μαθαίνουν μέσα από το σώμα τους –φέρνω στον νου την αιγυπτιακή μέθοδο της μουμιοποίησης, την Αναγέννηση, τη δεκαετία του ’50 κ.ά.– βλέποντας τον τρόπο που αυτό αντανακλά τις προθέσεις πίσω από την όποια αισθητική παρέμβαση. Τοποθετώντας το σώμα σε μια τελετουργική θέση, περνάμε στην αθανασία. Σε προσωπικό επίπεδο, μέχρι την ηλικία των 20 βρισκόμουν σε συνεχή διαμάχη με το σώμα μου, κάπνιζα για δέκα χρόνια και γενικά ήμουν ταλαιπωρημένος. Ήταν πολύ σκοτεινή εκείνη η περίοδος. Στον Thom Browne ήμουν εργασιομανής, πράγμα που δεν μου άφηνε περιθώρια να σκεφτώ τη ζωή μου θετικά. Ξαφνικά, στα 30 μου συνέβη κάτι που με ώθησε να αγαπήσω τον εαυτό μου και να επέλθει η ειρήνη με ό,τι με ενοχλούσε. Το σώμα μου ήταν πια ο φίλος και σύντροφός μου, παρά κάτι που μου έφερνε αποστροφή. Αυτή η νέα συνθήκη ήρθε σε συνάρτηση με την επαγγελματική μου οπτική απέναντι στο σώμα γενικότερα και για πρώτη φορά η δημιουργική εξερεύνησή του έγινε με μεγάλη χαρά», τονίζει.
Η συζήτηση έρχεται γύρω από την τρέχουσα συλλογή του Υψηλής Ραπτικής και τα εκπληκτικά αξεσουάρ που τη συνοδεύουν. Εξαιρετικά φωτογενής, προορίζεται για γυναίκες ακαταμάχητες, όπως η Kamala Harris, η νέα αντιπρόεδρος των ΗΠΑ και εκπρόσωπος του γυναικείου ηρωισμού. Το ένστικτο του Roseberry αυτή τη φορά τον οδήγησε σε έναν παροξυσμό ιδεών σε υπερβολική διάσταση, αποκαλύπτοντας το μεγάλο ταλέντο του και οδηγώντας τον κόσμο της Schiaparelli σε νέους ορίζοντες. Ό,τι είχαμε δει από εκείνον μέχρι τώρα δεν ήταν παρά ένα απλό ζέσταμα. «Γνώριζα πως η παρουσίαση αυτής της συλλογής θα γινόταν διαδικτυακά, και αυτό άλλαξε τον τρόπο σκέψης μου, ήταν κάπως απελευθερωτικό. Δεν θα ήθελα να προκαλέσω λέγοντας πως η συλλογή είναι καλύτερη από κοντά, γιατί πιστεύω πως, αν κάποιος έχει δει τις φωτογραφίες και το βίντεο, μπορεί να σχηματίσει γνώμη. Πραγματικά ήθελα να έχει ψηφιακή επιτυχία και προσπάθησα να δώσω μια εικόνα κάπως πιο graphic, μέσα από υφές και χρώματα όπως το ροζ, το λευκό, το μαύρο. Υπήρχαν αναφορές στο σώμα και στην εκγύμνασή του, και μαζί περίτεχνα κεντήματα για να κρατηθεί η ένταση σε υψηλούς τόνους. Στοιχεία όπως η ακαμψία σε κάποια υλικά, τα κοσμήματα σε σιλουέτες λιγότερο περίπλοκες αλλά ογκώδεις δίνουν την αίσθηση μιας ολοκληρωμένης ιδέας. Θα συμφωνήσω μαζί σας ότι είναι μια πολύ φωτογενής στιγμή για τον οίκο Schiaparelli και ότι η συλλογή, από σχεδιαστικής άποψης, βρίσκεται εκεί που πρέπει να είναι», λέει γελώντας.

Ποια είναι η πιο σημαντική αρετή που οφείλει να έχει ένας σχεδιαστής μόδας; τον ρωτώ. «Το σημαντικότερο είναι να ζητάς βοήθεια όταν τη χρειάζεσαι. Όταν δεν γνωρίζω κάτι, αδυνατώ να προσποιηθώ το αντίθετο, τη στιγμή που υπάρχουν γύρω μου άνθρωποι με αυτή τη γνώση. Έχω φίλους που βρίσκουν αδιανόητη αυτή την παραδοχή, ωστόσο αυτό τους προκαλεί προβλήματα στη ζωή τους. Δεν θα έφτανα στο σημείο που είμαι αν δεν έκανα ερωτήσεις, αν δεν έδινα την ευκαιρία στον εαυτό μου να μάθει από τους άλλους».
Κάνει, τέλος, μια σύγκριση μεταξύ της Υψηλής Ραπτικής και του prêt-à-porter, λέγοντας ότι το δεύτερο επιτρέπει αλλαγές αλλά και αυτοβελτίωση μέχρι την τελευταία στιγμή πριν από το σόου.

«Στην Couture συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο και χρειάστηκε να παλέψω επί δύο σεζόν με τα χρονοδιαγράμματα και το ότι δεν μπορούσα να κάνω αλλαγές», εξηγεί. «Την ίδια στιγμή έπρεπε τα σχέδιά μου να προδίδουν αυτοπεποίθηση. Όπως κι εγώ, άλλωστε, για να μπορέσω να αποδώσω και έπειτα να τα παραδώσω στο ατελιέ, με εμπιστοσύνη ότι θα τα καταφέρουν. Όταν πρωτοήρθα εδώ, κατάλαβα πως ο ρόλος μου ως creative director σταματά έξω από την πόρτα του ατελιέ, που με ευθυγραμμίζει με την παράδοση της Υψηλής Ραπτικής και την ιστορία του οίκου Schiaparelli. Δεν μπορώ να οικειοποιηθώ ακόμα τους κανόνες του και δεν είναι μυστικό πως είμαι απλώς ένας Αμερικανός στο Παρίσι χωρίς την εμπειρία του Couturier… Όμως, μαθαίνω κάθε μέρα, προσπαθώ».

This is the opening spread from Schiaparelli’s creative director’s interview of Daniel Roseberry by Filep Motwary, as it was published in Vogue Greece, issue May 2021.

Read the story here.

  • SHARE
SHORT BIO

Texas-born Daniel Roseberry took over as artistic director at Schiaparelli following Bertrand Guyon’s departure in April 2019, having previously spent 11 years at ready-to-wear brand Thom Browne . His debut collection had “an audacity that had a perfect, refreshing logic,” said BoF Editor-at-Large Tim Blanks in his review.

Roseberry studied at Fashion Institute of Technology in New York before starting his career at Thom Browne in 2008. Over the last five years, Roseberry acted as the brand’s design director of men’s and women’s collections.

In April 2019, Schiaparelli announced the departure of Bertrand Guyon, who held the role of design director for four years. A week later, Daniel Roseberry was announced as Guyon’s successor, to take charge of all collections and projects at the storied Place Vendôme house. The designer debuted his first collection for the house for the Autumn/Winter 2019 couture season, despite never working in a couture atelier before. Notably, he also does not speak French but instead, another member of the atelier translates his instructions.

Photo by Estelle Hanania. Styled by Patti Wilson for The New York Times